κατσούλα — η 1. κωνικό κάλυμμα τού κεφαλιού το οποίο αποτελεί μέρος πανωφοριού, η κουκούλα 2. πτυσσόμενο στέγασμα άμαξας κατασκευασμένο από δέρμα, από αδιάβροχο ή από μουσαμά 3. (για πτηνά) το λοφίο 4. η γάτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. casula ή ρουμ. căciulă. Με… … Dictionary of Greek
κατσουλωτός — ή, ο [κατσούλα] 1. αυτός που φέρει κατσούλα, λοφίο 2. παροιμ. «διάφορο κατσουλωτό, ζημιά ολοστρόγγυλη» η επιδίωξη μεγάλων κερδών αποβαίνει σε βάρος αυτού που τά επιζητεί … Dictionary of Greek
κουκούλα — η (λ. λατ.) 1. κατσούλα, κάλυμμα της κεφαλής. 2. οτιδήποτε μοιάζει με κατσούλα … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
γατούλα — και γατσούλα και κατσούλα, η 1. μικρή ή μικρόσωμη γάτα 2. χαδιάρα γυναίκα … Dictionary of Greek
κατσουλάτος — η, ο [κατσούλα] κατσουλωτός* … Dictionary of Greek
κατσουλιέρης — και κατσουλιανός και κατσουλογιάννης, ο [κατσούλα] το πτηνό κορυδαλλός … Dictionary of Greek
κατσουλόπαρδος — ο ο γατόπαρδος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατσούλα με σημασία «γάτα» + πάρδος] … Dictionary of Greek
κουκούλα — η (Μ κουκούλα) κωνικό, συνήθως, κάλυμμα τού κεφαλιού, κατσούλα νεοελλ. 1. κάθε κωνικό ή σφαιροειδές κατασκεύασμα από ύφασμα ή άλλο μαλακό υλικό που χρησιμοποιείται για να καλύπτει κάτι («κουκούλα αυτοκινήτου») 2. ο δερματικός μανδύας που… … Dictionary of Greek
λοφίο — το (AM λοφίον) (στη βυζαντινή αρχιτεκτονική) καθένα από τα σφαιρικά τρίγωνα μέσω τών οποίων γίνεται η μετάβαση από τα τέσσερα ημικυκλικά τόξα στην οριζόντια κυκλική στεφάνη, όπου εδράζεται ο σφαιρικός θόλος νεοελλ. 1. θύσανος από φτερά που… … Dictionary of Greek
căciulă — CĂCIÚLĂ, căciuli, s.f. 1. Obiect confecţionat din blană de oaie sau de alt animal şi care serveşte la acoperirea capului. Bună ziua, căciulă (că stăpânu tău n are gură)! se spune, în bătaie de joc, unuia care nu salută. ♢ expr. A şi lua (sau a şi … Dicționar Român